25.10.17

ΝΥΦΑΔΕΣ



Στο χωριό οι διασκεδάσεις είναι προσεκτικά μελετημένες. Δεν έχει παρεκκλίσεις από γάμους και βαφτίσια, γυναίκες μ’ άσπρα, ύστερα με μαύρα μάτια σπήλαια με νυχτερίδες που φοβόσουν να κοιτάξεις μη σε καταπιούν. Πληθαίνουν οι νυφάδες, σφίγγουν δεσμά, θυμάμαι συμμαθήτριες σιγά-σιγά να χάνονται από τα θρανία, εκείνα τα λευκά περιστεράκια που εξαφανίζει σβέλτος μάγος. Άδειες οι τάξεις, κοιλιές μ’ αβγά και κατοστάρικα επάνω στο κρεβάτι. Να τρέμει ο χάρος τόσο απλωμένο ασπρόρουχο και τάματα. Μέχρι να αρχίσει κάποια υπόσχεση να παίρνει το παλιό της πρόσωπο – πριν τα μασκοφορέματα, προτού να πέσουν δαχτυλίδια και συγγενολόγια με περήφανα χαμόγελα – μέχρι να αρχίσει ο ζυγός ο φορτικός τον ένα να βαραίνει. Συνήθως οι γυναίκες μεγαλώνουν τα παιδιά, γερνούν πριν καν να κλείσουν τα τριάντα, γίνονται γιαγιάδες πριν να πεις τη λέξη και πεθαίνουν. Στο δυο χιλιάδες δεκαεφτά ακόμη έτσι ζούνε. Κόσμια, κρυφά. Πνίγουνε τις πολλές χαρές, φοβούνται τι θα πει ο κόσμος. Και τα παιδιά τους έτσι τα μαθαίνουν.
Κάποια στιγμή οι πόρτες βαριακούνε από την υγρασία και σφηνώνουν. Μέσα εκεί τα γυναικόπαιδα να ζουν και να πεθαίνουν με ρολόγια μουχλιασμένα που έχουνε ήχο τσίγκινο και τους τα έχουνε κουμπώσει στο λαιμό μα δεν είναι εύκολο να τα ξεφορτωθείς όποτε θες εσύ.



Χαρά Ναούμ, αδημοσίευτο.